μαόνι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαόνι μαόνια
γενική μαονιού μαονιών
αιτιατική μαόνι μαόνια
κλητική μαόνι μαόνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαόνι < γαλλικό mahogani < ίσως από το "'m'oganwo" (λέξη αφρικανική για δέντρα της Σενεγάλης παρεμφερούς χρώματος με του μαονιού και η οποία πιθανόν ως λέξη "βάφτισε" το αμερικανικό μαόνι όταν οι αφρικανοί δούλοι μεταφέρθηκαν στη Τζαμάικα)
κλασικό μαόνι της Ονδούρας

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ma.ˈɔ.ni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαόνι ουδέτερο

  1. το ερυθρωπό, ιδιαίτερα ανθεκτικό ξύλο των δέντρων του είδους Swietenia (3 είδη) της οικογένειας των Μελιίδων που το χρώμα του βαθαίνει σε καστανοκόκκινο με το πέρασμα του χρόνου -αυθεντικού μαονιού θεωρουμένου εκείνου της πλατύφυλλης μελιίδας της Ονδούρας (λέγεται και "μαόνι Ονδούρας"), όμως υπάρχει και ο όρος γενικά "αμερικανικό μαόνι"
  2. ξύλο που μοιάζει με το πρώτο μαόνι που κυκλοφόρησε στην ευρωπαϊκή και αμερικανική αγορά, όμως προέρχεται από άλλα δέντρα, π.χ. "αφρικανικό μαόνι" (από μελιίδα, όμως άλλου ειδους, την Khaya), μαόνι Κούβας, μαόνι από κεδρέλη, μελία και από άλλα δέντρα που μερικά από αυτά δεν ανήκουν στην οικογένεια των Μελιίδων.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]