μαύρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

μαύρα

  1. μαύρο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού