μαύρη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαύρη θηλυκό

  1. αυτή που ανήκει στη μαύρη φυλή
  2. η μαύρη αγορά

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

μαύρη