μαύρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μαύρο τα μαύρα
      γενική του μαύρου των μαύρων
    αιτιατική το μαύρο τα μαύρα
     κλητική μαύρο μαύρα
όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Το 'μαύρο χρώμα.

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαύρο < ουδέτερο του μαύρος < μαῦρος < μαυρός < ἀμαυρός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαύρο ουδέτερο

  1. (χρώμα) η απουσία χρώματος, η απουσία φωτός [1]
  2. (τηλεπικοινωνίες) έλλειψη εικόνας στην τηλεόραση, όταν σιγάζει το σήμα
    Έπεσε μαύρο στην ΕΡΤ και στον 902 για να μην μεταδίδεται η εκπομπή των υπό απόλυση δημοσιογράφων της κρατικής ραδιοτηλεόρασης
  3. (πολιτική) η καταψήφιση ενός υποψηφίου
    μαύρο στο Μαυρογιαλούρο!
    δείτε και τη λέξη λευκό
  4. (αργκό) το χασίς

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]