μαῖα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαῖα θηλυκό


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μαῖα μαία μαῖαι
Γενική μαίας μαίαιν μαιῶν
Δοτική μαί μαίαιν μαίαις
Αιτιατική μαῖαν μαία μαίας
Κλητική μαῖα μαία μαῖαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαῖα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *méh₂tēr

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαῖα θηλυκό

  1. η μαία