μαῦρος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα | ||||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | μαῦρος | ἡ | μαύρᾱ | τὸ | μαῦρον |
| γενική | τοῦ | μαύρου | τῆς | μαύρᾱς | τοῦ | μαύρου |
| δοτική | τῷ | μαύρῳ | τῇ | μαύρᾳ | τῷ | μαύρῳ |
| αιτιατική | τὸν | μαῦρον | τὴν | μαύρᾱν | τὸ | μαῦρον |
| κλητική ὦ! | μαῦρε | μαύρᾱ | μαῦρον | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | μαῦροι | αἱ | μαῦραι | τὰ | μαῦρᾰ |
| γενική | τῶν | μαύρων | τῶν | μαύρων | τῶν | μαύρων |
| δοτική | τοῖς | μαύροις | ταῖς | μαύραις | τοῖς | μαύροις |
| αιτιατική | τοὺς | μαύρους | τὰς | μαύρᾱς | τὰ | μαῦρᾰ |
| κλητική ὦ! | μαῦροι | μαῦραι | μαῦρᾰ | |||
| Συγκρίνετε με τους ελληνιστικούς τύπους στο μαῦρος. | ||||||
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λόγιος' όπως «ὡραῖος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μαῦρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μαῦρος
Επίθετο
[επεξεργασία]μαῦρος, μαύρα, -ον (καθαρεύουσα)
- μαύρος
- ※ 1892 Αλεξάνδρα Παππαδοπούλου. Η καλή μοίρα. Εστία, 32, 1892, σελ.82 @books.google
- ὑποδηματάκια ἀπὸ λεπτότατον δέρμα· μαύρας μεταξίνας περικνημίδας, χειρόκτια σύμφωνα μὲ τὸ χρῶμα τῆς ἐσθῆτός της, ἕνα πῖλον ἀπὸ μαλλὶ καστόρι μ' ἕνα μεγάλο πτερὸν ἀμαζόνειον καὶ ἕνα ἐπανωφόρι rotonde ἀπό pluche […]
- ※ 1892 Αλεξάνδρα Παππαδοπούλου. Η καλή μοίρα. Εστία, 32, 1892, σελ.82 @books.google
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- μαύρος (μεταγραφή σε μονοτονικό) - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||
| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ/ἡ | μαῦρος | τὸ | μαῦρον | ||
| γενική | τοῦ/τῆς | μαύρου | τοῦ | μαύρου | ||
| δοτική | τῷ/τῇ | μαύρῳ | τῷ | μαύρῳ | ||
| αιτιατική | τὸν/τὴν | μαῦρον | τὸ | μαῦρον | ||
| κλητική ὦ! | μαῦρε | μαῦρον | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ/αἱ | μαῦροι | τὰ | μαῦρᾰ | ||
| γενική | τῶν | μαύρων | τῶν | μαύρων | ||
| δοτική | τοῖς/ταῖς | μαύροις | τοῖς | μαύροις | ||
| αιτιατική | τοὺς/τὰς | μαύρους | τὰ | μαῦρᾰ | ||
| κλητική ὦ! | μαῦροι | μαῦρᾰ | ||||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | μαύρω | τὼ | μαύρω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | μαύροιν | τοῖν | μαύροιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «χυδαῖος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μαῦρος ή μαυρός < μαυρόω / μαυρῶ (αναδρομικός σχηματισμός) < αρχαία ελληνική ἀμαυρόω / ἀμαυρῶ < ἀμαυρός (δυσδιάκριτος, σκοτεινός) [1]
Επίθετο
[επεξεργασία]μαῦρος, -ος, -ον (ελληνιστική κοινή)
- μεταγενέστερος τύπος του ἀμαυρός: μαύρος
- ※ <μαῦρον>· τὸ ἀμαυρόν. ἀσθενές. ἢ μωρόν (※ 5ος αιώνας κε ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Μ )
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Σπάνιος τύπος στην αρχαία ελληνική. Απαντά στον Ησύχιο και σε κάποιους κώδικες αντί του μαυρός/ἀμαυρός. Η χρήση του καθιερώνεται στα βυζαντινά χρόνια.
Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη ἀμαυρός
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μαύρος - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- μαῦρος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα με κλίση 'λόγιος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ὡραῖος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπερισπώμενες (αρχαία ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (καθαρεύουσα)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (καθαρεύουσα)
- Καθαρεύουσα
- Επίθετα (καθαρεύουσα)
- Καθαρεύουσα από την ελληνιστική κοινή
- Επίθετα από την ελληνιστική κοινή (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα 19ου αιώνα (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Ζητούμενα λήμματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'χυδαῖος' (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις προπερισπώμενες (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα προπερισπώμενα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις από αναδρομικό σχηματισμό (ελληνιστική κοινή)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Δημιουργία λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Επίθετα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από λεξικά (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ησύχιο (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)