μαῦρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ μαῦρος τὸ μαῦρον οἱ, αἱ μαῦροι τὰ μαῦρα
Γενική τοῦ, τῆς μαύρου τοῦ μαύρου τῶν μαύρων τῶν μαύρων
Δοτική τῷ, τῇ μαύρῳ τῷ μαύρῳ τοῖς, ταῖς μαύροις τοῖς μαύροις
Αιτιατική τὸν, τὴν μαῦρον τὸ μαῦρον τοὺς, τὰς μαύρους τὰ μαῦρα
Κλητική μαῦρε μαῦρον μαῦροι μαῦρα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική μαύρω
Γενική-Δοτική μαύροιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαῦρος < μαυρός < αρχαία ελληνική ἀμαυρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mau-ro- (ανήλιαγος, μαύρος, σκοτεινός)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μαῦρος, -ος, -ον

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]

  • μαυρός στο ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.