Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαῦρος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Μαῦρος, μαύρος, μαυρός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική μαῦρος μαύρ τὸ μαῦρον
      γενική τοῦ μαύρου τῆς μαύρᾱς τοῦ μαύρου
      δοτική τῷ μαύρ τῇ μαύρ τῷ μαύρ
    αιτιατική τὸν μαῦρον τὴν μαύρᾱν τὸ μαῦρον
     κλητική ! μαῦρε μαύρ μαῦρον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ μαῦροι αἱ μαῦραι τὰ μαῦρ
      γενική τῶν μαύρων τῶν μαύρων τῶν μαύρων
      δοτική τοῖς μαύροις ταῖς μαύραις τοῖς μαύροις
    αιτιατική τοὺς μαύρους τὰς μαύρᾱς τὰ μαῦρ
     κλητική ! μαῦροι μαῦραι μαῦρ
Συγκρίνετε με τους ελληνιστικούς τύπους στο μαῦρος.
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λόγιος' όπως «ὡραῖος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαῦρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μαῦρος

Επίθετο

[επεξεργασία]

μαῦρος, μαύρα, -ον (καθαρεύουσα)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα

Σύνθετα

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / μαῦρος τὸ μαῦρον
      γενική τοῦ/τῆς μαύρου τοῦ μαύρου
      δοτική τῷ/τῇ μαύρ τῷ μαύρ
    αιτιατική τὸν/τὴν μαῦρον τὸ μαῦρον
     κλητική ! μαῦρε μαῦρον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ μαῦροι τὰ μαῦρ
      γενική τῶν μαύρων τῶν μαύρων
      δοτική τοῖς/ταῖς μαύροις τοῖς μαύροις
    αιτιατική τοὺς/τὰς μαύρους τὰ μαῦρ
     κλητική ! μαῦροι μαῦρ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ μαύρω τὼ μαύρω
      γεν-δοτ τοῖν μαύροιν τοῖν μαύροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «χυδαῖος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαῦρος ή μαυρός < μαυρόω / μαυρῶ (αναδρομικός σχηματισμός) < αρχαία ελληνική ἀμαυρόω / ἀμαυρῶ < ἀμαυρός (δυσδιάκριτος, σκοτεινός) [1]

Επίθετο

[επεξεργασία]

μαῦρος, -ος, -ον (ελληνιστική κοινή)

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. μαύρος - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.