μείζων
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | μείζων & μείζονας |
η | μείζων & μείζονα |
το | μείζον |
| γενική | του | μείζονος & μείζονα |
της | μείζονος & μείζονας |
του | μείζονος |
| αιτιατική | τον | μείζονα | τη | μείζονα | το | μείζον |
| κλητική | μείζων & μείζονα |
μείζων & μείζονα |
μείζον | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | μείζονες | οι | μείζονες | τα | μείζονα |
| γενική | των | μειζόνων | των | μειζόνων | των | μειζόνων |
| αιτιατική | τους | μείζονες | τις | μείζονες | τα | μείζονα |
| κλητική | μείζονες | μείζονες | μείζονα | |||
| Οι δεύτεροι τύποι, νεότερες μορφές. | ||||||
| ομάδα '-ων-ονας', Κατηγορία όπως «μείζων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μείζων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μείζων
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈmi.zon/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μεί‐ζων
Επίθετο
[επεξεργασία]μείζων/μείζονας, -ων/-ονα, -ον
- μεγαλύτερος
μείζων αριθμός
μείζων εκλογική περιφέρεια
- που έχει τη μεγαλύτερη σημασία
μείζονα τέχνη
μείζονα σκέψη
μείζονα πρόταση
- (μουσική)
- μείζον διάστημα: διάστημα μεγαλύτερο κατά ένα χρωματικό ημιτόνιο από ένα έλασσον διάστημα
- μείζων κλίμακα, μείζονα κλίμακα: κλίμακα που αποτελείται από την εξής σειρά διαστημάτων:
- μείζων συγχορδία, μείζονα συγχορδία
- μείζων τόνος, μείζων τρόπος: όπου τα διαστήματα τρίτης και έκτης πάνω από την τονική είναι μείζονα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- μείζων - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- μείζων - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ/ἡ | μείζων | τὸ | μεῖζον | ||
| γενική | τοῦ/τῆς | μείζονος | τοῦ | μείζονος | ||
| δοτική | τῷ/τῇ | μείζονῐ | τῷ | μείζονῐ | ||
| αιτιατική | τὸν/τὴν | μείζονᾰ - μείζω | τὸ | μεῖζον | ||
| κλητική ὦ! | μεῖζον | μεῖζον | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ/αἱ | μείζονες - μείζους | τὰ | μείζονᾰ - μείζω | ||
| γενική | τῶν | μειζόνων | τῶν | μειζόνων | ||
| δοτική | τοῖς/ταῖς | μείζοσῐ(ν) | τοῖς | μείζοσῐ(ν) | ||
| αιτιατική | τοὺς/τὰς | μείζονᾰς - μείζους | τὰ | μείζονᾰ - μείζω | ||
| κλητική ὦ! | μείζονες - μείζους | μείζονᾰ - μείζω | ||||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | μείζονε | τὼ | μείζονε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | μειζόνοιν | τοῖν | μειζόνοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'μείζων' όπως «μείζων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]μείζων, -ων, -ον
- συγκριτικός βαθμός του μέγας
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Πλάτων, Σοφιστήςw, 218e @scaife.perseus
- Τί δῆτα προταξαίμεθ' ἂν εὔγνωστον μὲν καὶ σμικρόν, λόγον δὲ μηδενὸς ἐλάττονα ἔχον τῶν μειζόνων;
- Θέλεις λοιπόν να προτάξωμεν ένα ευνόητον και μικρόν ζήτημα, το οποίον όμως δεν έχει μικρότερον ορισμόν από κανέν από τα δύσκολα;
- Μετάφραση (1910): Κυριάκος Ζάμπας
- Τί δῆτα προταξαίμεθ' ἂν εὔγνωστον μὲν καὶ σμικρόν, λόγον δὲ μηδενὸς ἐλάττονα ἔχον τῶν μειζόνων;
- ※ 6ος πκε αιώνας [μεσαιωνικά χφφ] ⌘ Αίσωπος, Αἰσώπου Μῦθοι, Παῖς κλέπτης καὶ μήτηρ, 216.1
- τὸ κατ᾽ ἀρχὰς μὴ κολαζόμενον ἐπὶ μεῖζον αὔξεται.
- Άμα δεν τιμωρήσεις το κακό από την αρχή, με τον καιρό θα φουντώσει πιο πολύ.
- Μετάφραση: Κωνσταντάκος, Ιωάννης Μ., Αθήνα: Κίχλη @greek‑language.gr. Απόσπασμα από το μύθο: Το κλεφτρόνι και η μάνα του.
- τὸ κατ᾽ ἀρχὰς μὴ κολαζόμενον ἐπὶ μεῖζον αὔξεται.
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Πλάτων, Σοφιστήςw, 218e @scaife.perseus
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μείζων - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- μέγας, μείζων - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- μείζων, μέγας - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα '-ων-ονας' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'μείζων' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μουσική (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'μείζων' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'μείζων' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα συγκριτικού βαθμού (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλάτωνα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αίσωπο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)