μεγάφωνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μεγάφωνο τα μεγάφωνα
      γενική του μεγάφωνου
μεγαφώνου
των μεγάφωνων
μεγαφώνων
    αιτιατική το μεγάφωνο τα μεγάφωνα
     κλητική μεγάφωνο μεγάφωνα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεγάφωνο < → δείτε τις λέξεις μέγας και φωνή • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  
2016 Kolumna głośnikowa Altus 110.jpg

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεγάφωνο ουδέτερο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]