μεγαλέμπορος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεγαλέμπορος μεγαλέμποροι
γενική μεγαλεμπόρου μεγαλεμπόρων
αιτιατική μεγαλέμπορο μεγαλεμπόρους
κλητική μεγαλέμπορε μεγαλέμποροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεγαλέμπορος < ελληνιστική κοινή λέξη από το μεγάλ(ος) και ἔμπορος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεγαλέμπορος αρσενικό ή θηλυκό (και μεγαλέμπορας προφορικά)

  1. αυτός που ασχολείται με το εμπόριο χονδρικής, συχνά εισάγει εκείνος τα εμπορεύματα που διακινεί και έχει ακμαία επιχείρηση
  2. εκείνος που διακινει μεγάλες ποσότητες και αγοράζει χονδρικά, ενώ παράλληλα διαθέτει και σειρά καταστημάτων λιανικής πώλησης


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]