μεγαλοεπιχειρηματίας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεγαλοεπιχειρηματίας μεγαλοεπιχειρηματίες
γενική μεγαλοεπιχειρηματία μεγαλοεπιχειρηματιών
αιτιατική μεγαλοεπιχειρηματία μεγαλοεπιχειρηματίες
κλητική μεγαλοεπιχειρηματία μεγαλοεπιχειρηματίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεγαλοεπιχειρηματίας < μεγάλος + επιχειρηματίας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεγαλοεπιχειρηματίας αρσενικό ή θηλυκό

  1. άτομο με επιχειρηματικές δραστηριότητες μεγάλης κλίμακας, που συνήθως δραστηριοποιείται παράλληλα σε διάφορους κλάδους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]