Μετάβαση στο περιεχόμενο

μεγαλουργώ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: μεγαλουργῶ

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μεγαλουργώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεγαλουργῶ[1][2][3] (κλίση -έω, *μεγαλουργέω < *μεγαλοεργέω) < μεγαλουργός. Μορφολογικά αναλύεται σε μεγαλ- + -ουργώ.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /me.ɣa.luɾˈɣo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μελαλουργώ

μεγαλουργώ, αόρ.: μεγαλούργησα (χωρίς παθητική φωνή)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις μεγάλος και έργο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. μεγαλουργώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. μεγαλουργώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  3. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)