μεγαλο-

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεγαλο- < αρχαία ελληνική μεγαλο- < μέγας (σε κάποιες περιπτώσεις: λόγιο ενδογενές δάνειο: (σημασιολογικό δάνειο) νεολατινική megalo-)

Open book 01.svg Πρόθημα[επεξεργασία]

μεγαλο-

  1. ασυνθετικό που δίνει στη σύνθετη λέξη την έννοια του μεγάλου από πολλές απόψεις: σε μέγεθος, όγκο, ηλικία, σημασία κ.λπ.
    μεγαλοπαράγοντας
  2. (ιατρική) ασυνθετικό που δίνει στη σύνθετη λέξη την έννοια του παθολογικά μεγάλου
    μεγαλοκεφαλία

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]