μεγαλότητα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μεγαλότητα < μεσαιωνική ελληνική μεγαλότητα < ελληνιστική κοινή μεγαλότης < αρχαία ελληνική μέγας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μεγαλότητα θηλυκό
- (αρχαιοπρεπές) το μεγαλείο
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μεγαλότητα
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχαιοπρεπείς όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)