μεγαλόφωνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεγαλόφωνος < αρχαία ελληνική < μεγάλος + φωνή

Επίθετο[επεξεργασία]

μεγαλόφωνος -η -ο

  1. που έχει δυνατή φωνή
  2. που γίνεται ή λέγεται με μεγάλη (δυνατή) φωνή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]