μεζεδάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεζεδάκι μεζεδάκια
γενική
αιτιατική μεζεδάκι μεζεδάκια
κλητική μεζεδάκι μεζεδάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεζεδάκι < μεζές + κατάληξη υποκοριστικού -άκι < τουρκική meze < περσική مزه (mæˈze)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεζεδάκι ουδέτερο

  1. υποκοριστικό του μεζές
  2. μεζές (όχι απαραίτητα σε μικρή ποσότητα) που συνοδεύει ένα ποτό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]