μεθύλιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεθύλιο μεθύλια
γενική μεθυλίου μεθυλίων
αιτιατική μεθύλιο μεθύλια
κλητική μεθύλιο μεθύλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεθύλιο < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεθύλιο ουδέτερο

  1. (χημεία), (βιοχημεία): αλκυλική ρίζα που παράγεται από το μεθάνιο μετά την αφαίρεση ενός ατόμου υδρογόνου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]