μειδίαμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μειδίαμα τα μειδιάματα
      γενική του μειδιάματος των μειδιαμάτων
    αιτιατική το μειδίαμα τα μειδιάματα
     κλητική μειδίαμα μειδιάματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μειδίαμα < (διαχρονικό) ελληνιστική κοινή μειδίαμα[1] < μειδιῶ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /miˈði.a.ma/
συλλαβισμός: μει‐δί‐α‐μα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μειδίαμα ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]