Μετάβαση στο περιεχόμενο

μειλίχιος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μειλίχιος η μειλίχια το μειλίχιο
      γενική του μειλίχιου της μειλίχιας του μειλίχιου
    αιτιατική τον μειλίχιο τη μειλίχια το μειλίχιο
     κλητική μειλίχιε μειλίχια μειλίχιο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μειλίχιοι οι μειλίχιες τα μειλίχια
      γενική των μειλίχιων των μειλίχιων των μειλίχιων
    αιτιατική τους μειλίχιους τις μειλίχιες τα μειλίχια
     κλητική μειλίχιοι μειλίχιες μειλίχια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μειλίχιος < αρχαία ελληνική μειλίσσω

Επίθετο

[επεξεργασία]

μειλίχιος, -α, -ο

  • που χαρακτηρίζεται από γλυκύτητα στους τρόπους
    μειλίχιο χαμόγελο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]