μειοδοτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μειοδοτικός μειοδοτική μειοδοτικό
γενική μειοδοτικού μειοδοτικής μειοδοτικού
αιτιατική μειοδοτικό μειοδοτική μειοδοτικό
κλητική μειοδοτικέ μειοδοτική μειοδοτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μειοδοτικοί μειοδοτικές μειοδοτικά
γενική μειοδοτικών μειοδοτικών μειοδοτικών
αιτιατική μειοδοτικούς μειοδοτικές μειοδοτικά
κλητική μειοδοτικοί μειοδοτικές μειοδοτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μειοδοτικός < μειοδότης + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μειοδοτικός

  1. που έχει σχέση με τη μειοδοσία ή τον μειοδότη ή αναφέρεται σ’ αυτά
    μειοδοτικός διαγωνισμός
  2. (μεταφορικά) προδοτικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]