μειοψηφών

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μειοψηφών μειοψηφούσα μειοψηφούν
γενική μειοψηφούντος
μειοψηφούντα
μειοψηφούσης
μειοψηφούσας
μειοψηφούντος
αιτιατική μειοψηφούντα μειοψηφούσα μειοψηφούν
κλητική μειοψηφούντα μειοψηφούσα μειοψηφούν
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μειοψηφούντες μειοψηφούσες μειοψηφούντα
γενική μειοψηφούντων μειοψηφουσών μειοψηφούντων
αιτιατική μειοψηφούντες μειοψηφούσες μειοψηφούντα
κλητική μειοψηφούντες μειοψηφούσες μειοψηφούντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μειοψηφών < λόγια μετοχή του (μεταγενέστερου) ρήματος μειοψηφῶ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

μειοψηφών, -ούσα, -ούν

  1. που αποτελεί την μειοψηφία, που δεν κατάφερε να κερδίσει την πλειοψηφία, που πήρε τις λιγότερες ψήφους σε σύγκριση με μια άλλη πρόταση/φορέα
    Η μειοψηφούσα παράταξη/ πρόταση
    Ο μειοψηφών συνδυασμός
    Τα μειοψηφούντα σωματεία στην ομοσπονδία / Το μειοψηφούν κόμμα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]