μειοψηφών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μειοψηφών
μειοψηφούντας
η μειοψηφούσα το μειοψηφούν
      γενική του μειοψηφούντος
μειοψηφούντα
της μειοψηφούσας
μειοψηφούσης*
του μειοψηφούντος
    αιτιατική τον μειοψηφούντα τη μειοψηφούσα το μειοψηφούν
     κλητική μειοψηφών
μειοψηφούντα
μειοψηφούσα μειοψηφούν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μειοψηφούντες οι μειοψηφούσες τα μειοψηφούντα
      γενική των μειοψηφούντων των μειοψηφουσών των μειοψηφούντων
    αιτιατική τους μειοψηφούντες τις μειοψηφούσες τα μειοψηφούντα
     κλητική μειοψηφούντες μειοψηφούσες μειοψηφούντα
Οι αρχαίες καταλήξεις για τα τρία γένη: -ῶν -οῦσα, -οῦν από συναίρεση -έων, -έουσα, -έον
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
ομάδα 'συμπαθών', Κατηγορία όπως «μειοψηφών» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μειοψηφών < μετοχή ενεστώτα του ρήματος μειοψηφώ

Μετοχή[επεξεργασία]

μειοψηφών, -ούσα, -ούν

  1. (λόγιο) που αποτελεί την μειοψηφία, που πήρε λιγότερες ψήφους σε σύγκριση με μια άλλη πρόταση/φορέα
    η μειοψηφούσα παράταξη, πρόταση
    ο μειοψηφών συνδυασμός
    τα μειοψηφούντα σωματεία στην ομοσπονδία / το μειοψηφούν κόμμα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]