μειωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μειωμένος η μειωμένη το μειωμένο
      γενική του μειωμένου της μειωμένης του μειωμένου
    αιτιατική τον μειωμένο τη μειωμένη το μειωμένο
     κλητική μειωμένε μειωμένη μειωμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μειωμένοι οι μειωμένες τα μειωμένα
      γενική των μειωμένων των μειωμένων των μειωμένων
    αιτιατική τους μειωμένους τις μειωμένες τα μειωμένα
     κλητική μειωμένοι μειωμένες μειωμένα
όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μειωμένος < → λείπει η ετυμολογία

Μετοχή[επεξεργασία]

μειωμένος, -η, -ο

  1. περιορισμένος
  2. ταπεινωμένος, προσβεβλημένος


Μεταφράσεις[επεξεργασία]