μειωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μειωμένος μειωμένη μειωμένο
γενική μειωμένου μειωμένης μειωμένου
αιτιατική μειωμένο μειωμένη μειωμένο
κλητική μειωμένε μειωμένη μειωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μειωμένοι μειωμένες μειωμένα
γενική μειωμένων μειωμένων μειωμένων
αιτιατική μειωμένους μειωμένες μειωμένα
κλητική μειωμένοι μειωμένες μειωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μειωμένος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

μειωμένος, -η, -ο

  1. περιορισμένος
  2. ταπεινωμένος, προσβεβλημένος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]