μελάγχολος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ μελάγχολος τὸ μελάγχολον οἱ, αἱ μελάγχολοι τὰ μελάγχολα
Γενική τοῦ, τῆς μελαγχόλου τοῦ μελαγχόλου τῶν μελαγχόλων τῶν μελαγχόλων
Δοτική τῷ, τῇ μελαγχόλῳ τῷ μελαγχόλῳ τοῖς, ταῖς μελαγχόλοις τοῖς μελαγχόλοις
Αιτιατική τὸν, τὴν μελάγχολον τὸ μελάγχολον τοὺς, τὰς μελαγχόλους τὰ μελάγχολα
Κλητική μελάγχολε μελάγχολον μελάγχολοι μελάγχολα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική μελαγχόλω
Γενική-Δοτική μελαγχόλοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μελάγχολος < μέλας + χολή

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μελάγχολος, -ος, -ον

  1. που έχει βουτηχτεί σε μαύρη χολή
  2. (κατ’ επέκταση) δηλητηριώδης
    ἐὰν γὰρ ἀμφίθρεπτον αἷμα τῶν ἐμῶν / σφαγῶν ἐνέγκῃ χερσίν, ᾗ μελαγχόλους / ἔβαψεν ἰοὺς θρέμμα Λερναίας ὕδρας, / ἔσται φρενός σοι τοῦτο κηλητήριον / τῆς Ἡρακλείας, ὥστε μήτιν᾽ εἰσιδὼν / στέρξει γυναῖκα κεῖνος ἀντὶ σοῦ πλέον. (Σοφοκλής, Τραχίνιαι, 572-577)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]