μελάσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μελάσα μελάσες
γενική μελάσας μελασών
αιτιατική μελάσα μελάσες
κλητική μελάσα μελάσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μελάσα < ιταλική melassa < γαλλική mélasse < αρχαία ελληνική μέλι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /mɛ.ˈla.sa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μελάσα θηλυκό

  • σκουρόχρωμο γλυκό και παχύρρευστο υγρό που δημιουργείται κατά την κρυστάλλωση της ζάχαρης και που χρησιμοποιείται ευρέως στην παραγωγή οινοπνευματωδών ποτών, στην παραγωγή ζύμης αρτοποιίας, κ.ά.
    μπισκότα μελασών

32πχ Μεταφράσεις[]