μελία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μελία < άγνωστης ετυμολογίας, ίσως από το μέλι λόγω του χρώματος του κορμού

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μελία (ιωνικός τύπος : μελίη)

  1. (δέντρο) το δέντρο μελιά ή φράξο
  2. ασπίδα, ρόπαλο, δόρυ από ξύλο μελίας
  3. δείτε τη λέξη Μελίαι, κύριο όνομα στον πληθυντικό, οι νύμφες των μελιών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]