Μετάβαση στο περιεχόμενο

μελίμηλον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ μελίμηλον τὰ μελίμηλ
      γενική τοῦ μελιμήλου τῶν μελιμήλων
      δοτική τῷ μελιμήλ τοῖς μελιμήλοις
    αιτιατική τὸ μελίμηλον τὰ μελίμηλ
     κλητική ! μελίμηλον μελίμηλ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μελιμήλω
γεν-δοτ τοῖν  μελιμήλοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μελίμηλον < μέλι + μῆλον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μελίμηλον ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)

  1. (δέντρο) είδος μηλιάς (Pyrus praecox)
  2. καρπός μηλιάς που έχει εμβολιαστεί σε κυδωνιά
  3. ποτό από μήλο ή κυδώνι