Μετάβαση στο περιεχόμενο

μελίρρυτος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μελίρρυτος η μελίρρυτη το μελίρρυτο
      γενική του μελίρρυτου της μελίρρυτης του μελίρρυτου
    αιτιατική τον μελίρρυτο τη μελίρρυτη το μελίρρυτο
     κλητική μελίρρυτε μελίρρυτη μελίρρυτο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μελίρρυτοι οι μελίρρυτες τα μελίρρυτα
      γενική των μελίρρυτων των μελίρρυτων των μελίρρυτων
    αιτιατική τους μελίρρυτους τις μελίρρυτες τα μελίρρυτα
     κλητική μελίρρυτοι μελίρρυτες μελίρρυτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μελίρρυτος < αρχαία ελληνική μελίρρυτος

Επίθετο

[επεξεργασία]

μελίρρυτος, -η, -ο

  • ο γλυκομίλητος
      Τὸ ἆσμα τοῦτο ἥν χορωδία τις γερμανική, θελξίνους καὶ μελίρρυτος, δι'ήχου ἐμβριθοῦς καὶ συγκινητικοῦ, ἐν ὦ ἐδέσποζεν ἡ ἁπλότης ἐκείνη ἡ καθιστῶσα θελκτικά τὰ δημώδη τῆς Γερμανίας ἄσματα (Ο Κόσμος, τεύχος ΛΣΤ, Κωνσταντινούπολη, 14/5/1883, σελ. 575 )

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μελίρρυτος < μέλι + ῥυτός (< ῥέω)

Επίθετο

[επεξεργασία]

μελίρρυτος

  1. αυτός που στάζει (ρέει) από το στόμα του μέλι
  2. (μεταφορικά) ο γλυκομίλητος