μελίρρυτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μελίρρυτος < αρχαία ελληνική μελίρρυτος
Επίθετο
[επεξεργασία]μελίρρυτος, -η, -ο
- ο γλυκομίλητος
- ※ Τὸ ἆσμα τοῦτο ἥν χορωδία τις γερμανική, θελξίνους καὶ μελίρρυτος, δι'ήχου ἐμβριθοῦς καὶ συγκινητικοῦ, ἐν ὦ ἐδέσποζεν ἡ ἁπλότης ἐκείνη ἡ καθιστῶσα θελκτικά τὰ δημώδη τῆς Γερμανίας ἄσματα (Ο Κόσμος, τεύχος ΛΣΤ, Κωνσταντινούπολη, 14/5/1883, σελ. 575 )
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μελίρρυτος
|
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]μελίρρυτος
- αυτός που στάζει (ρέει) από το στόμα του μέλι
- (μεταφορικά) ο γλυκομίλητος
Πηγές
[επεξεργασία]- μελίρρυτος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- μελίρρυτος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.