μελαγχολάω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μελαγχολάω < μελάγχολος. < μέλας + χολή

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μελαγχολάω

  1. μελαγχολώ, σκυθρωπιάζω
  2. μαίνομαι