μελαμίνη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μελαμίνη μελαμίνες
γενική μελαμίνης μελαμινών
αιτιατική μελαμίνη μελαμίνες
κλητική μελαμίνη μελαμίνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μελαμίνη < γερμανική Melamin < αρχαία ελληνική μέλας + Amin (< Ammoniak < λατινικά ammoniacus < αρχαία ελληνική Ἄμμων < αρχαία αιγυπτιακά jmn)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mε.la.ˈmi.ni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μελαμίνη θηλυκό

  1. (χημεία) αρωματική ένωση που χρησιμοποιείται (ανάμεσα στα άλλα) στην κατασκευή βερνικιών
  2. (κατ’ επέκταση) ειδική κατασκευή, που μοιάζει με ξύλο, περιέχει μελαμίνη και τη χρησιμοποιούν στην επιπλοποιία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]