Μετάβαση στο περιεχόμενο

μελανιάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μελανιάζω < μελαν(ός) + -ιάζω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /me.laˈɲa.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μελάνιαζω

μελανιάζω, αόρ.: μελάνιασα, μτχ.π.π.: μελανιασμένος (χωρίς παθητική φωνή)

  1. (αμετάβατο) γίνομαι μελανός, μαυρίζω ή μπλαβίζω εξαιτίας κτυπήματος (αιμάτωμα), από το κρύο, από το κλάμα ή από φόβο
      Τι βουτιές, τι πλατσουρίσματα, τι χοροπηδήματα, τι πατητές, τι το ξερό, μέχρι να ξεθεωθούμε. Η μαμά από κοντά, έβγαινε πιό γρήγορα, λέγοντας και σε μας: « Μπρός, έξω τώρα !!!». Πριτς εμείς: «Ακόμα λίγο ρε μαμά !!!!» και μπλούμ βουτιά !!!. Γύριζε σε λίγο κρατώντας ανοιχτή την πετσέτα, σαν ταυρομάχος μπροστά στον ταύρο. «Ελάτε τώρα ντεεεε, εσένα μικρή έχουν μελανιάσει οι χούφτες και τα χείλια σου, τα δάχτυλά σου έχουν φαφατιάσει καλέεε, θα αρρωστήσεις απο τις αμυγδαλές σου και δε θα την ξαναδείς τη θάλασσα πιά. (Βασιλική Καλογεροπούλου, Τα μπάνια του λαού και τα… κερασάκια, Πάμισος-Μεσσήνη, 26/7/2021 )
  2. (μεταβατικό) κάνω κάτι μελανό
    παράδειγμα  την τράβηξε απότομα από το χέρι και της το μελάνιασε

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις μελανός και μέλας

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]