μελανιάζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /me.laˈɲa.zo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : με‐λά‐νια‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]μελανιάζω, αόρ.: μελάνιασα, μτχ.π.π.: μελανιασμένος (χωρίς παθητική φωνή)
- (αμετάβατο) γίνομαι μελανός, μαυρίζω ή μπλαβίζω εξαιτίας κτυπήματος (αιμάτωμα), από το κρύο, από το κλάμα ή από φόβο
- ※ Τι βουτιές, τι πλατσουρίσματα, τι χοροπηδήματα, τι πατητές, τι το ξερό, μέχρι να ξεθεωθούμε. Η μαμά από κοντά, έβγαινε πιό γρήγορα, λέγοντας και σε μας: « Μπρός, έξω τώρα !!!». Πριτς εμείς: «Ακόμα λίγο ρε μαμά !!!!» και μπλούμ βουτιά !!!. Γύριζε σε λίγο κρατώντας ανοιχτή την πετσέτα, σαν ταυρομάχος μπροστά στον ταύρο. «Ελάτε τώρα ντεεεε, εσένα μικρή έχουν μελανιάσει οι χούφτες και τα χείλια σου, τα δάχτυλά σου έχουν φαφατιάσει καλέεε, θα αρρωστήσεις απο τις αμυγδαλές σου και δε θα την ξαναδείς τη θάλασσα πιά. (Βασιλική Καλογεροπούλου, Τα μπάνια του λαού και τα… κερασάκια, Πάμισος-Μεσσήνη, 26/7/2021 )
- (μεταβατικό) κάνω κάτι μελανό
την τράβηξε απότομα από το χέρι και της το μελάνιασε
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | μελανιάζω | μελάνιαζα | θα μελανιάζω | να μελανιάζω | μελανιάζοντας | |
| β' ενικ. | μελανιάζεις | μελάνιαζες | θα μελανιάζεις | να μελανιάζεις | μελάνιαζε | |
| γ' ενικ. | μελανιάζει | μελάνιαζε | θα μελανιάζει | να μελανιάζει | ||
| α' πληθ. | μελανιάζουμε | μελανιάζαμε | θα μελανιάζουμε | να μελανιάζουμε | ||
| β' πληθ. | μελανιάζετε | μελανιάζατε | θα μελανιάζετε | να μελανιάζετε | μελανιάζετε | |
| γ' πληθ. | μελανιάζουν(ε) | μελάνιαζαν μελανιάζαν(ε) |
θα μελανιάζουν(ε) | να μελανιάζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | μελάνιασα | θα μελανιάσω | να μελανιάσω | μελανιάσει | ||
| β' ενικ. | μελάνιασες | θα μελανιάσεις | να μελανιάσεις | μελάνιασε | ||
| γ' ενικ. | μελάνιασε | θα μελανιάσει | να μελανιάσει | |||
| α' πληθ. | μελανιάσαμε | θα μελανιάσουμε | να μελανιάσουμε | |||
| β' πληθ. | μελανιάσατε | θα μελανιάσετε | να μελανιάσετε | μελανιάστε | ||
| γ' πληθ. | μελάνιασαν μελανιάσαν(ε) |
θα μελανιάσουν(ε) | να μελανιάσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω μελανιάσει | είχα μελανιάσει | θα έχω μελανιάσει | να έχω μελανιάσει | ||
| β' ενικ. | έχεις μελανιάσει | είχες μελανιάσει | θα έχεις μελανιάσει | να έχεις μελανιάσει | ||
| γ' ενικ. | έχει μελανιάσει | είχε μελανιάσει | θα έχει μελανιάσει | να έχει μελανιάσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε μελανιάσει | είχαμε μελανιάσει | θα έχουμε μελανιάσει | να έχουμε μελανιάσει | ||
| β' πληθ. | έχετε μελανιάσει | είχατε μελανιάσει | θα έχετε μελανιάσει | να έχετε μελανιάσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν μελανιάσει | είχαν μελανιάσει | θα έχουν μελανιάσει | να έχουν μελανιάσει | ||
| Συντελεσμένοι χρόνοι β΄ (αμετάβατοι) | ||||||
| Παρακείμενος | είμαι, είσαι, είναι μελανιασμένος - είμαστε, είστε, είναι μελανιασμένοι | |||||
| Υπερσυντέλικος | ήμουν, ήσουν, ήταν μελανιασμένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν μελανιασμένοι | |||||
| Συντελ. Μέλλ. | θα είμαι, θα είσαι, θα είναι μελανιασμένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι μελανιασμένοι | |||||
| Υποτακτική | να είμαι, να είσαι, να είναι μελανιασμένος - να είμαστε, να είστε, να είναι μελανιασμένοι | |||||