μελετάω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μελετάω < μελετ(ώ) + -άω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μελετάω



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μελετάω < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μελετάω

  1. φροντίζω, μεριμνώ
  2. δίνω προσοχή
  3. ασκούμαι, εξασκούμαι, γυμνάζομαι
  4. επαγγέλλομαι (κάτι)
  5. ασχολούμαι συστηματικά (με κάτι)

Κλίση[επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]