μελετώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μελετώ < αρχαία ελληνική μελετάω, -ῶ

Ρήμα[επεξεργασία]

μελετώ

  1. διαβάζω κάτι με μεγάλη προσοχή και για πολλή ώρα, με σκοπό να αποκτήσω καινούριες γνώσεις ή να παραγάγω ένα πνευματικό έργο
    • (για μαθητή, σπουδαστή) ασχολούμαι με τις σχολικές υποχρεώσεις μου, προετοιμάζομαι για μια εξέταση
  2. εξετάζω κάτι με μεγάλη προσοχή
  3. αναφέρω ονομαστικά κάποιον ή κάτι
  4. (κατ' επέκταση) σκέφτομαι ή αναφέρομαι γενικά σε κάτι
    Άσ' τα αυτά. Τι τα θέλεις και τα μελετάς;

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]