μελισσεύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μελισσεύς < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μελισσεύς αρσενικό

  1. ο μελισσοκόμος