μελισσοκόμος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μελισσοκόμος < ελληνιστική κοινή μελισσοκόμος.[1] Συγχρονικά αναλύεται σε μελισσο- + -κόμος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /me.li.soˈko.mos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : με‐λισ‐σο‐κό‐μος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μελισσοκόμος αρσενικό ή θηλυκό
- (επάγγελμα) που διατηρεί μέλισσες σε δικές του κυψέλες με σκοπό την παραγωγή μελιού
- ※ Ὀσάκις ὁ μελισσοκόμος ἐπισκέπτεται τάς μέλισσάς του εἶναι πάντοτε ὁπλισμένος μέ ξηράν κόπρον, συνήθως βοόος, τήν ὁποίαν ἀνάπτει κατά τήν ὥραν τῆς ἐργασίας του, οὔτε ὥστε μέ τόν καπνόν τόν ὁποῖον ἀποδίδει ἡ κόπρος νά ζαλίζωνται αἱ μέλισσαι (Γεώργιος Εμμανουήλ Πάγκαλος, Περί του γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης, ήτοι, Διάγραμμμα γραμματικής και γλωσσάριον του σημερινού γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης.., 1983)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- μελισσοκομείο
- μελισσοκομία
- μελισσοκομική
- μελισσοκομικός
- → και δείτε τη λέξη μέλισσα
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μελισσοκόμος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]μελισσοκόμος, -ος, -ον (ελληνιστική κοινή)
- (επάγγελμα) που ασχολείται με τη μελισσοκομία, μελισσοτρόφος
- ※ 3ος πκε αιώνας ⌘ Απολλώνιος ο Ρόδιος, Ἀργοναυτικά, 2.131, @scaife.perseus
- ἠὲ μελισσοκόμοι πέτρῃ ἔνι καπνιόωσιν,
- ※ 3ος κε αιώνας ⌘ Οππιανός ο εξ Απαμείας, Κυνηγετικά, 4.275, @scaife.perseus
- σὺν Δρυάσιν δʼ ἀτίτηλε μελισσοκόμοισί τε Νύμφαις
- ※ 3ος πκε αιώνας ⌘ Απολλώνιος ο Ρόδιος, Ἀργοναυτικά, 2.131, @scaife.perseus
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- μελισσοκόμος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα μελισσο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -κόμος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'τοξοβόλος' (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις παροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Επίθετα παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με πρόθημα μελισσο- (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με επίθημα -κόμος (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Επίθετα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Επαγγέλματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)