μελλοντικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /me.lon.diˈkos/
Επίθετο
[επεξεργασία]μελλοντικός, -ή, -ό
- που έχει σχέση με το μέλλον, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
- ※ Πολλές φορές όταν κάθομαι στο μπαλκόνι προσπαθώ να γίνω παρατηρητής των μελλοντικών χρόνων. Εγώ θα 'μαι ένας κωλόγερος των ογδόντα. Θα κάθομαι εδώ, στην ίδια θέση. Η γελάδα απέναντι θα 'χει πεθάνει. Το ρέμα θα 'χει σκεπαστεί και θα 'χει γίνει ένας απαίσιος σε κίνηση γκρίζος δρόμος. (Συλλογικό έργο, επιμέλεια Ιωάννης Χασιώτης, Τοις αγαθοίς βασιλεύουσα: Θεσσαλονίκη, ιστορία και πολιτισμός, Παρατηρητής, 1997, σελ. 407)
- ※ Όταν θνήσκει ο άλλος, θνήσκει και ένα κομμάτι του εαυτού μας. Θνήσκει το κομμάτι της τρέχουσας καθημερινότητας και ο μελλοντικός εαυτός μας, δηλαδή οι προσδοκίες που είχαμε για όσα θα ζούσαμε μαζί και αυτοί που θα γινόμασταν μαζί, ο ένας για χάρη του άλλου. Γι’ αυτούς τους λόγους με κάθε απώλεια απομένουμε λιγότεροι. (Ο θάνατος του άλλου είναι και δικός μας θάνατος … ,αλλά και περί του νοήματος της ζωής, Απόσπασμα συνέντευξης του Θεοφάνη Τάση στον Γιάννη Πανταζόπουλο, lecturesbureau.gr, 29/8/2018 )
Συγγενικά
[επεξεργασία]- μελλοντικά
- → δείτε τις λέξεις μέλλον και μέλλω
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]- μελλοντικός χρόνος: χρόνος του ρήματος που αναφέρεται στο μέλλον
- Υπώνυμα: μέλλων / μέλλοντας στιγμιαίος, μέλλων / μέλλοντας εξακολουθητικός, συντελεσμένος μέλλων / μέλλοντας