μελοδραματικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μελοδραματικός μελοδραματική μελοδραματικό
γενική μελοδραματικού μελοδραματικής μελοδραματικού
αιτιατική μελοδραματικό μελοδραματική μελοδραματικό
κλητική μελοδραματικέ μελοδραματική μελοδραματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μελοδραματικοί μελοδραματικές μελοδραματικά
γενική μελοδραματικών μελοδραματικών μελοδραματικών
αιτιατική μελοδραματικούς μελοδραματικές μελοδραματικά
κλητική μελοδραματικοί μελοδραματικές μελοδραματικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μελοδραματικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική mélodramatique < mélodrame < mélo- + drame < αρχαία ελληνική μέλος (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mel-: μέλος, άκρο του σώματος) + δρᾶμα (< δράω / δρῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *derǝ- / *drā-: δρω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mε.lɔ.ðɾa.ma.ti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μελοδραματικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με το μελόδραμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
  2. (μεταφορικά) (κατ’ επέκταση) για κινήσεις, συμπεριφορές, ύφος κ.λπ. που μοιάζουν με τα αντίστοιχα του μελοδράματος, που δείχνουν έναν έντονο συναισθηματισμό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]