μελοδραματοποιημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μελοδραματοποιημένος μελοδραματοποιημένη μελοδραματοποιημένο
γενική μελοδραματοποιημένου μελοδραματοποιημένης μελοδραματοποιημένου
αιτιατική μελοδραματοποιημένο μελοδραματοποιημένη μελοδραματοποιημένο
κλητική μελοδραματοποιημένε μελοδραματοποιημένη μελοδραματοποιημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μελοδραματοποιημένοι μελοδραματοποιημένες μελοδραματοποιημένα
γενική μελοδραματοποιημένων μελοδραματοποιημένων μελοδραματοποιημένων
αιτιατική μελοδραματοποιημένους μελοδραματοποιημένες μελοδραματοποιημένα
κλητική μελοδραματοποιημένοι μελοδραματοποιημένες μελοδραματοποιημένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μελοδραματοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μελοδραματοποιώ

Μετοχή[επεξεργασία]

μελοδραματοποιημένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη μελοδραματοποιώ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]