μελώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μελώνω < μέλι + -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μελώνω

  1. αλείφω με μέλι ή ρίχνω μέλι σε φαγώσιμο
  2. (ειδικότερα) ρίχνω σιρόπι από μέλι, για να απορροφηθεί από το γλυκό
    θα μελώσουμε αύριο τα μελομακάρονα
  1. γίνομαι ημίρρευστος σαν μέλι
  2. έχω εμποτιστεί με σιρόπι από μέλι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]