Μετάβαση στο περιεχόμενο

μεμβρανικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μεμβρανικός η μεμβρανική το μεμβρανικό
      γενική του μεμβρανικού της μεμβρανικής του μεμβρανικού
    αιτιατική τον μεμβρανικό τη μεμβρανική το μεμβρανικό
     κλητική μεμβρανικέ μεμβρανική μεμβρανικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μεμβρανικοί οι μεμβρανικές τα μεμβρανικά
      γενική των μεμβρανικών των μεμβρανικών των μεμβρανικών
    αιτιατική τους μεμβρανικούς τις μεμβρανικές τα μεμβρανικά
     κλητική μεμβρανικοί μεμβρανικές μεμβρανικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μεμβρανικός < μεμβράνη + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική membranaire[1])

Επίθετο

[επεξεργασία]

μεμβρανικός

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  1. μεμβρανικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)