μεμονωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μεμονωμένος μεμονωμένη μεμονωμένο
γενική μεμονωμένου μεμονωμένης μεμονωμένου
αιτιατική μεμονωμένο μεμονωμένη μεμονωμένο
κλητική μεμονωμένε μεμονωμένη μεμονωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεμονωμένοι μεμονωμένες μεμονωμένα
γενική μεμονωμένων μεμονωμένων μεμονωμένων
αιτιατική μεμονωμένους μεμονωμένες μεμονωμένα
κλητική μεμονωμένοι μεμονωμένες μεμονωμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεμονωμένος < (λόγιο) αρχαία ελληνική μεμονωμένος, μετοχή παρακειμένου με αναδιπλασιαμό του ρήματος μονόομαι, μονοῦμαι, μεσοπαθητικής φωνής του μονόω, μονῶ, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική isolé.[1] Δείτε και τη νεοελληνική μετοχή μονωμένος από το μονώνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mε.mɔ.nɔˈmε.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

μεμονωμένος, -η, -ο

  1. μοναδικός, που παρουσιάζεται μόνο μία φορά
    μεμονωμένο περιστατικό

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]