μεροκάματο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεροκάματο μεροκάματα
γενική μεροκάματου μεροκάματων
αιτιατική μεροκάματο μεροκάματα
κλητική μεροκάματο μεροκάματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μεροκάματο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μεροκάματο ουδέτερο (πληθυντικός μεροκάματα)

  1. το ημερομίσθιο, η αμοιβή για μια ημέρα εργασίας
  2. το ημερομίσθιο, το να έχει εργαστεί κάποιος για μια ημέρα
    δεν έχει κάνει ακόμα 50 μεροκάματα για να βγάλει βιβλιάριο υγείας στο ΙΚΑ
  3. (κατ’ επέκταση) η κοπιαστική δουλειά

32πχ Μεταφράσεις[]