Μετάβαση στο περιεχόμενο

μεροκάματο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μεροκάματο τα μεροκάματα
      γενική του μεροκάματου των μεροκάματων
    αιτιατική το μεροκάματο τα μεροκάματα
     κλητική μεροκάματο μεροκάματα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μεροκάματο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἡμεροκάματον, με αποβολή του αρχικού άτονου η. Μορφολογικά αναλύεται σε < ημέρ(α) + -ο- + κάματ(ος) + -ο[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μεροκάματο ουδέτερο

  1. το ημερομίσθιο, η αμοιβή για μια ημέρα εργασίας
  2. το ημερομίσθιο, το να έχει εργαστεί κάποιος για μια ημέρα
    παράδειγμα  Δεν έχει κάνει ακόμα 50 μεροκάματα για να βγάλει βιβλιάριο υγείας στο ΙΚΑ.
    ※  Ἀπό μικρός, σίγουρα ἔμαθε νά πελεκάει πέτρα καί ξύλο , ἔγινε πρῶτος πελεκάνος , ἀλλά μεροκάματο θά 'βρισκε στή χάση καί τή φέξη, ἅμα χτιζόταν κάποιο σπίτι, καμιά ἐκκλησιά. (Δήμος Μαυρομμάτης, Ο Πολίτης, τόμοι 84-89, 2001, σελ. 70}
  3. (κατ’ επέκταση) η κοπιαστική δουλειά

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]