μεροληπτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μεροληπτικός μεροληπτική μεροληπτικό
γενική μεροληπτικού μεροληπτικής μεροληπτικού
αιτιατική μεροληπτικό μεροληπτική μεροληπτικό
κλητική μεροληπτικέ μεροληπτική μεροληπτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεροληπτικοί μεροληπτικές μεροληπτικά
γενική μεροληπτικών μεροληπτικών μεροληπτικών
αιτιατική μεροληπτικούς μεροληπτικές μεροληπτικά
κλητική μεροληπτικοί μεροληπτικές μεροληπτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεροληπτικός < μεροληπτώ + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μεροληπτικός, -ή, -ό

  1. που μεροληπτεί, που ευνοεί (αντίθετα προς τη δικαιοσύνη) το ένα από δύο αντιτιθέμενα μέρη

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]