μεροληψία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεροληψία μεροληψίες
γενική μεροληψίας μεροληψιών
αιτιατική μεροληψία μεροληψίες
κλητική μεροληψία μεροληψίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεροληψία < μέρος + -ληψία / μερολήπτης < μέρος + λήπτης, αποδ. του γαλλικού prendre le parti

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεροληψία θηλυκό

  • το να παίρνει κανείς το μέρος κάποιου σε μια διαμάχη, ενώ, λόγω της θέσης του, δεν θα έπρεπε
δεν έλαβαν υπόψην τους την γνώμη του καθώς κατηγορήθηκε για μεροληψία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]