μεσέγχυμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεσέγχυμα μεσεγχύματα
γενική μεσεγχύματος μεσεγχυμάτων
αιτιατική μεσέγχυμα μεσεγχύματα
κλητική μεσέγχυμα μεσεγχύματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεσέγχυμα < μέσος + έγχυμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεσέγχυμα ουδέτερο

  • (βιολογία) κυτταρικός ζωικός ιστός που βρίσκεται περί το εμβρυικό μεσόδερμα και περιβάλλει τα εσωτερικά όργανα υπό μορφή κομπρέσας.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]