μεσημβρινός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική μεσημβρινός μεσημβρινή μεσημβρινό
γενική μεσημβρινού μεσημβρινής μεσημβρινού
αιτιατική μεσημβρινό μεσημβρινή μεσημβρινό
κλητική μεσημβρινέ μεσημβρινή μεσημβρινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεσημβρινοί μεσημβρινές μεσημβρινά
γενική μεσημβρινών μεσημβρινών μεσημβρινών
αιτιατική μεσημβρινούς μεσημβρινές μεσημβρινά
κλητική μεσημβρινοί μεσημβρινές μεσημβρινά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μεσημβρινός < αρχαία ελληνική μεσημβρινός < μεσημβρία

Open book 01.svg Επίθετο[]

μεσημβρινός, -ή, -ό

  1. που αφορά τη μεσημβρία ή το μεσημέρι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μεσημεριανός
  2. που βλέπει, βρίσκεται ή στρέφεται προς τον νότο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: νότιος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ο πρώτος μεσημβρινός της Γης (2) σε σχηματική παράσταση

μεσημβρινός αρσενικό

  1. ο μέγιστος νοητός κύκλος της υδρογείου που ενώνει τους δύο πόλους της
  2. (ειδικότερα) το παραπάνω ημικύκλιο της υδρογείου που προσδιορίζει το γεωγραφικό μήκος
Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: παράλληλος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μεσημβρινός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

μεσημβρινός (δωρικός τύπος: μεσαμβρινός)

  1. μεσημβρινός
    • μεσημεριανός
    • νότιος