μεσοβέζικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μεσοβέζικος μεσοβέζικη μεσοβέζικο
γενική μεσοβέζικου μεσοβέζικης μεσοβέζικου
αιτιατική μεσοβέζικο μεσοβέζικη μεσοβέζικο
κλητική μεσοβέζικε μεσοβέζικη μεσοβέζικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεσοβέζικοι μεσοβέζικες μεσοβέζικα
γενική μεσοβέζικων μεσοβέζικων μεσοβέζικων
αιτιατική μεσοβέζικους μεσοβέζικες μεσοβέζικα
κλητική μεσοβέζικοι μεσοβέζικες μεσοβέζικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεσοβέζικος < τουρκική müşevveş < αραβική مشوش (mushau-wash)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μεσοβέζικος, -η, -ο

  1. (παρωχημένο) (για άνεμο) που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κύριες διευθύνσεις
  2. που αποτελεί μια μέση λύση και επομένως δεν είναι πλήρως ξεκαθαρισμένος και σταθερός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αόριστος, ασαφής, πρόχειρος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]