Μετάβαση στο περιεχόμενο

μεσοδακτύλιος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μεσοδακτύλιος η μεσοδακτύλια
& μεσοδακτύλιος
το μεσοδακτύλιο
      γενική του μεσοδακτύλιου
& μεσοδακτυλίου
της μεσοδακτύλιας
& μεσοδακτυλίου
του μεσοδακτύλιου
& μεσοδακτυλίου
    αιτιατική τον μεσοδακτύλιο τη μεσοδακτύλια
& μεσοδακτύλιο
το μεσοδακτύλιο
     κλητική μεσοδακτύλιε μεσοδακτύλια
& μεσοδακτύλιε
μεσοδακτύλιο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μεσοδακτύλιοι οι μεσοδακτύλιες
& μεσοδακτύλιοι
τα μεσοδακτύλια
      γενική των μεσοδακτύλιων
& μεσοδακτυλίων
των μεσοδακτύλιων
& μεσοδακτυλίων
των μεσοδακτύλιων
& μεσοδακτυλίων
    αιτιατική τους μεσοδακτύλιους
& μεσοδακτυλίους
τις μεσοδακτύλιες
& μεσοδακτυλίους
τα μεσοδακτύλια
     κλητική μεσοδακτύλιοι μεσοδακτύλιες
& μεσοδακτύλιοι
μεσοδακτύλια
Οι δεύτεροι τύποι, λόγιοι, από την αρχαία κλίση.
Κατηγορία όπως «ευκλείδειος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μεσοδακτύλιος < ελληνιστική κοινή μεσοδάκτυλος + -ιος

Επίθετο

[επεξεργασία]

μεσοδακτύλιος, -α/-ος, -ο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]