μεσοκάθετος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεσοκάθετος < μέσο + κάθετος
γεωμετρική μέθοδος χάραξης της μεσοκαθέτου ενός ευθύγραμμου τμήματος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεσοκάθετος θηλυκό (και μεσοκάθετη)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]