μεσολαβητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεσολαβητής μεσολαβητές
γενική μεσολαβητή μεσολαβητών
αιτιατική μεσολαβητή μεσολαβητές
κλητική μεσολαβητή μεσολαβητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεσολαβητής < μεσολαβ(ώ) + -ητής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεσολαβητής αρσενικό

  1. αυτός που παρεμβαίνει ανάμεσα σε πρόσωπα, ομάδες, κράτη κτλ. για επίλυση διαφορών ή επίτευξη συμφωνίας


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]