μεσολαβητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική μεσολαβητικός μεσολαβητική μεσολαβητικό
γενική μεσολαβητικού μεσολαβητικής μεσολαβητικού
αιτιατική μεσολαβητικό μεσολαβητική μεσολαβητικό
κλητική μεσολαβητικέ μεσολαβητική μεσολαβητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεσολαβητικοί μεσολαβητικές μεσολαβητικά
γενική μεσολαβητικών μεσολαβητικών μεσολαβητικών
αιτιατική μεσολαβητικούς μεσολαβητικές μεσολαβητικά
κλητική μεσολαβητικοί μεσολαβητικές μεσολαβητικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεσολαβητικός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μεσολαβητικός

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]