μεσουρανώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : μεσουρανῶ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεσουρανώ < (λόγιο) < αρχαία ελληνική μεσουρανέω / μεσουρανῶ[1] < μέσος + οὐρανός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mε.su.ɾaˈnɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μεσουρανώ, πρτ.: μεσουρανούσα, αόρ.: μεσουράνησα, χωρίς παθητική φωνή

  1. (αστρονομία) βρίσκομαι στη «μέση του ουρανού», στον ουράνιο μεσημβρινό ενός τόπου
  2. (μεταφορικά) βρίσκομαι «στην κορυφή» της δόξας, της επιτυχίας, της ακμής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. μεσουρανώ στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.